Δεν είναι πολλές οι χώρες που αξιοποιούν τις πληροφορίες που συλλέγουν για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, ώστε να βελτιώσουν τα πανεπιστήμιά τους και τις δυνατότητες που προσφέρουν στους φοιτητές.
Αυτό προκύπτει από έκθεσητου δικτύου Eurydice, η οποία δημοσιεύθηκε σήμερα. Η έκθεση Εκσυγχρονισμός της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην Ευρώπη: πρόσβαση, διατήρηση και απασχολησιμότητα διερευνά τα μέτρα που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις και τα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα για να διευρύνουν την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, να αυξήσουν τον αριθμό των φοιτητών που παραμένουν και ολοκληρώνουν την τριτοβάθμια εκπαίδευση (διατήρηση) και να τους καθοδηγούν κατά την είσοδό τους στην αγορά εργασίας (απασχολησιμότητα). Στην έρευνα έλαβαν μέρος πάνω από 30 χώρες - όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ (εκτός από το Λουξεμβούργο και τις Κάτω Χώρες), καθώς και η Ισλανδία, το Λιχτενστάιν, το Μαυροβούνιο, η Νορβηγία και η Τουρκία.
Η έκθεση δείχνει ότι:
Παρότι πολλές χώρες συλλέγουν πληροφορίες για τον φοιτητικό πληθυσμό τους, η ανάλυση των δεδομένων συνήθως δεν συνδέεται με συγκεκριμένους στόχους (π.χ., διευκόλυνση της πρόσβασης μειονεκτούντων φοιτητών στην τριτοβάθμια εκπαίδευση), ενώ πολλές άλλες χώρες δεν γνωρίζουν εάν αυξάνεται η πολυμορφία του φοιτητικού πληθυσμού τους.
Πολύ λίγες χώρες (Βέλγιο (Φλάνδρα), Ιρλανδία, Γαλλία, Λετονία, Μάλτα, Φινλανδία και Ηνωμένο Βασίλειο (Σκωτία)) έχουν θέσει στόχους προκειμένου να βελτιώσουν την πρόσβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση ατόμων που ανήκουν σε υποεκπροσωπούμενες ομάδες, όπως οι ομάδες με χαμηλό εισόδημα.
Περίπου τα μισά από τα ευρωπαϊκά συστήματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης διαθέτουν προγράμματα για νέους φοιτητές που δεν προέρχονται απευθείας από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (Βέλγιο, Τσεχική Δημοκρατία, Δανία, Γερμανία, Ιρλανδία, Γαλλία, Αυστρία, Πολωνία, Πορτογαλία, Σλοβενία, Σουηδία, Σλοβακία, Ηνωμένο Βασίλειο, Ισλανδία, Κροατία) και παρέχουν πιστωτικές μονάδες τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με τις οποίες αναγνωρίζεται η αξία των προηγούμενων σπουδών (επίσης οι Ισπανία, Ιταλία, Λιχτενστάιν, Φινλανδία, Νορβηγία). Ωστόσο, είναι εμφανής μια σαφής γεωγραφική διαίρεση όσον αφορά τα μέτρα για ευκολότερη πρόσβαση στην ανώτατη εκπαίδευση, καθώς τέτοια μέτρα εξακολουθούν να είναι πιο διαδεδομένα στις χώρες της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης.
Ένας σημαντικός αριθμός χωρών δεν καταγράφει συστηματικά τα ποσοστά ολοκλήρωσης ή/και εγκατάλειψης των σπουδών. Πρόκειται μεταξύ άλλων για χώρες που αν και εφαρμόζουν πολιτικές διατήρησης και ολοκλήρωσης των σπουδών, είναι σαφές ότι δεν διαθέτουν βασικά δεδομένα για την ανάλυση του αντικτύπου των πολιτικών αυτών.
Στις περισσότερες χώρες, τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης οφείλουν να παρέχουν πληροφορίες σχετικά με την απασχολησιμότητα (π.χ. τα ποσοστά απασχόλησης των αποφοίτων τους, το πώς αναπτύσσουν τις αναγκαίες δεξιότητες ώστε οι απόφοιτοί τους να βρίσκουν εργασία) με σκοπό τη διασφάλιση της ποιότητας. Εντούτοις, η συγκέντρωση πληροφοριών για τους αποφοίτους σπανίως χρησιμοποιείται για την ανάπτυξη πολιτικών σχετικά με την τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Η διασφάλιση της ποιότητας ως μέσου προώθησης των κύριων στόχων πολιτικής, δηλαδή της ευρύτερης πρόσβασης και της αύξησης των ποσοστών διατήρησης και ολοκλήρωσης, μπορεί να συμβάλει στην παρακολούθηση της προόδου των φοιτητών, και στον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο τα ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (π.χ. πανεπιστήμια, κολέγια) χρησιμοποιούν τις πληροφορίες αυτές για να βελτιώσουν την ποιότητα.



Ακολούθησε το Diorismos στο Google News! Με την υπογραφή του www.diorismos.gr